Η κοσμολογική αρχή και το Κράτος αδίκου.
Ιανουαρίου 18, 2007
Οι αποφάσεις του Κράτους, συχνά επικρίνονται από τους ίδιους τους υπηκόους του, ότι εξυπηρετούν τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων εξουσίας. Αν αυτό αληθεύει, ας δούμε τι θα μπορούσε ακριβώς να σημαίνει.
Τα δύο “μεγάλα” κόμματα συγκεντρώνουν πάνω από το 80% των ψήφων. Αν η πλειοψηφία αυτών των εκλογέων σκέφτεται και δρα ιδιοτελώς, δηλαδή προς ίδιον όφελος, αυτόματα έχουμε δύο συμπεράσματα φαινομενικά αντικρουόμενα. Το πρώτο είναι ότι η κυβέρνηση, δηλαδή ο κρατικός μηχανισμός, δηλαδή το Κράτος, δεν μπορεί να προωθήσει (ακόμα κι αν το θέλει) τα συμφέροντα του συνόλου, αφού είναι καταδικασμένο να ικανοποιεί τις πελατειακές του σχέσεις που αφορούν μεμονωμένα και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα (άρα όχι του συνόλου) και το δεύτερο ότι το Κράτος επαγωγικά, εφόσον υποκύπτει στις πελατειακές του πιέσεις και απαιτήσεις, λαμβάνει αποφάσεις προς όφελος των ψηφοφόρων του, δηλαδή είναι άκρως δημοκρατικό, κατά μία έννοια. Πως γίνεται όμως το Κράτος να είναι δημοκρατικό, όταν ταυτόχρονα η λαϊκή πλειοψηφία το αφορίζει και το θεωρεί υπεύθυνο για τα δεινά της; Ή αντίστροφα, πως μπορεί η πλειοψηφία των πολιτών να θεωρεί ότι ζει σε ένα κράτος αδίκου, όταν οι κυβερνήσεις υποχωρούν στις λαϊκές αντιδράσεις και δρώντας υπό την απειλή του πολιτικού κόστους ικανοποιούν ένα τουλάχιστον μέρος των προσδοκιών τους; Πόσο υπεύθυνο μπορεί να είναι το Κράτος, όταν εμφανίζεται στη συνείδηση των πολιτών του σαν απρόσωπος και άυλος μηχανισμός, που υποκύπτει στις συχνά άδικες, απαιτήσεις των ανώνυμων υποστηρικτών του; Πόσο ανεύθυνοι είναι οι πολίτες όταν υποστηρίζουν (με την ανώνυμη και μυστική ψήφο τους και την καθημερινή πρακτική και συμπεριφορά τους) έναν ανώνυμο κρατικό μηχανισμό που κατά την κρίση τους, νομιμοποιεί την αδικία;
Με βάση τη θεωρία της λεπίδας του Όκαμ* (Occam), θα πρέπει να δεχθούμε ότι η απάντηση θα πρέπει να είναι τόσο απλή, όσο απλοϊκά είναι και τα παραπάνω ερωτήματα. Για χάρη της “συζήτησης”, ας υποθέσουμε ότι ανήκω σε μία κοινότητα φασιστών. Ο καθένας από τα μέλη της κοινότητάς μας επιθυμεί την επικράτηση και επιβολή των δικών του “ανώτερων” απόψεων, έναντι των υπολοίπων. Επειδή δε, δεν μας αρέσει η συναισθηματική και ιστορική φόρτιση του όρου “φασίστας”, αποφασίζουμε να λεγόμαστε “δημοκράτες” (άλλωστε ο αυτοπροσδιορισμός και το πως θα αυτο-αποκαλούμαστε είναι αυτονόητο δικαίωμά μας) και για να “αποδείξουμε” του λόγου το αληθές, εκλέγουμε με όλες τις τυπικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τους εκπροσώπους μας. Σαν γνήσιοι φασίστες που είμαστε όμως (χάρη του παραδείγματος), ξέρουμε ότι κατά βάθος δεν παραχωρούμε καμία εξουσία και κανένα μας δικαίωμα στον οποιοδήποτε εκπρόσωπο. Κατά συνέπεια, είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας (αν όχι και υποχρέωση στο όνομα των αρχών μας) η έμπρακτη κατάργηση της οποιασδήποτε απόφασης θεωρούμε ότι θίγει ή δεν προωθεί το προσωπικό μας συμφέρον, μέσω ανυπακοής, μη συμμόρφωσης ή χρήσης κάθε είδους πίεσης και “μέσου”. Παράλληλα, χρησιμοποιούμε όλους τους δυνατούς “δημοκρατικούς” θεσμούς, όταν το προσωπικό μας συμφέρον είναι νομικά κατοχυρωμένο. Αν προσθέσουμε στην εικόνα, το ότι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί μας, που προέρχονται από εμάς και λειτουργούν κάτω από την δική μας πίεση και ανοχή, σκέφτονται και δρουν με τον ίδιο με μας τρόπο, τότε έχουμε μια τέλεια “φασιστική” κοινωνία με “δημοκρατικό” ένδυμα, δηλαδή αυτό που αποτελούσαμε εξ αρχής. Είμαστε μια φασιστική κοινωνία φασιστών που λειτουργεί φασιστικά, αυτοαποκαλούμενη και αυτοπροσδιοριζόμενη σαν “δημοκρατία”.
Αλλά αν δημοκρατία (είτε άμεση είτε έμμεση) είναι η λαϊκή διακυβέρνηση, δηλαδή η θεσμοθετημένη επικράτηση των αντιλήψεων των πολιτών, τότε η φασιστική διακυβέρνηση των φασιστών πολιτών, δεν είναι και πραγματική δημοκρατία; Και αν ο παραπάνω συλλογισμός είναι ορθός, και αν δεχόμαστε ότι η επιβολή των απόψεων ενός ανθρώπου στους άλλους είναι ένα έμφυτο ανθρώπινο χαρακτηριστικό, τότε υπάρχει ποτέ η ελάχιστη έστω, πιθανότητα για μία κοινωνία να στηρίξει και να εφαρμόσει ένα οποιοδήποτε “δημοκρατικό” σύστημα οργάνωσής της, έξω από τη λογική και τις αντιλήψεις της;
Μήπως όλα τα δοκιμασμένα ως τώρα “ιστορικά” μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης, καταλήγουν “απολυταρχικά” στην πράξη, γιατί οι πολίτες αυτών των κοινωνιών είναι κατά βάθος απολυταρχικοί και το μόνο στο οποίο συγκλίνουν και συμφωνούν είναι η αναγκαιότητα της επιβολής της όποιας άποψης, έναντι των άλλων; Και μήπως, σαν αδικία ορίζουν την μη επικράτηση/επιβολή της δικής τους άποψης; (δική#μη δική=άδικη, δίκιο=δικό)
Μήπως οι αμοιβαίες υποχωρήσεις που απαιτούνται για την επαναδιαμόρφωση της γνώμης (όχι της “κοινής”, αλλά της προσωπικής), που είναι η βασική αρχή της δημοκρατίας, είναι ανέφικτη ακριβώς γιατί η αμοιβή που δίνεται για την όποια υποχώρηση θα κρίνεται πάντα σαν ελλειμματική και μη συμφέρουσα;
Για το Κράτος, οι φόροι που εισπράττει είναι μικρότεροι των υπηρεσιών που προσφέρει και για τους πολίτες η ανταπόδοση των φόρων που πληρώνουν είναι αμελητέα.
Για τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς η αμοιβή τους υπολείπεται του έργου τους και για το Κράτος και τους φορολογούμενους, είναι η εργασία των δημοσίων υπαλλήλων εκείνη που υστερεί της όποιας αμοιβής τους.
Είναι για όλους μας, εντελώς κοινή η παραδοχή ότι η προσωπική προσφορά του καθένα μας είναι πολύ μεγαλύτερη έναντι όλων των άλλων. Η αδικία γίνεται πάντα εις βάρος μας, ποτέ εις βάρος των άλλων. Ο καθένας από εμάς είναι ο μόνιμα αδικημένος. Είτε είμαστε εργάτες, είτε βιομήχανοι, είτε πρόσκαιρα ευνοημένοι, είτε πρόσκαιρα κερδισμένοι στο οποιοδήποτε χρηματιστήριο των οποιωνδήποτε αξιών.
Πως μπορεί ποτέ μια κοινωνία ανθρώπων που νιώθουν μονίμως αδικημένοι στην κάθε τους συναλλαγή, να είναι δίκαιη;
Σύμφωνα με την κοσμολογική αρχή, το σύμπαν είναι ισότροπο και ομοιογενές, δηλαδή για έναν σχετικά ακίνητο παρατηρητή, παρουσιάζει τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά προς όλες τις κατευθύνσεις και διέπεται από τους ίδιους φυσικούς νόμους σε όλη του την έκταση.
Αν η παραπάνω αρχή είναι αληθής (και μου επιτρέπεται η γενίκευσή της), τότε η κοινωνική συμπεριφορά μας είναι αποκύημα της ίδιας μας της φύσης και η λειτουργία της όποιας δημοκρατίας μας, είναι άλλη μια απόδειξη των φυσικών νόμων του σύμπαντος, πολύ απλά γιατί όπου κι αν βρεθούμε, το υποκείμενο και το αντικείμενο της παρατήρησής μας είναι πάντα το ίδιο, εμείς.
Αν είναι ψευδής, τότε η δική μας εξαίρεση, υπό το ένδυμα του “θαύματος”, είναι αναγκαία και ικανή για να επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Πως θα μπορούσε ποτέ ένα “ανώτερο” σύμπαν, παρατηρούμενο από οποιαδήποτε θέση και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, να μην είναι “θαυμαστό”; Η όποια “κοσμολογική αρχή”, απ’τη στιγμή που προϋποθέτει ανθρώπινη παρατήρηση και διατύπωση, είναι καταδικασμένη να καταλήγει σε “ανθρωπική αρχή”**, τουλάχιστον ασθενή.
Η άποψη που διαμορφώνουμε για την οργάνωση και το μέλλον της κοινωνίας μας είναι τέτοια, γιατί την αποτελούμε, την οργανώνουμε και την αξιολογούμε εμείς οι ίδιοι ισότροποι και ομοιογενείς άνθρωποι, σε όλη την έκταση του εαυτού και της ζωής μας.
*Θεωρία της λεπίδας του Όκαμ: Αρχή που διατυπώθηκε από τον Φραγκισκανό μοναχό William του Occam, που έζησε τον 14ο αιώνα και εργάστηκε σε θέματα μαθηματικής λογικής. Στην απλούστερη διατύπωσή της εκφράζεται ως εξής: “Κανείς δεν θα πρέπει να προβαίνει σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες”.
**Ανθρωπική αρχή, (ασθενής): Το Σύμπαν είναι όπως είναι γιατί αν ήταν αλλιώς δεν θα υπήρχαμε εμείς να το παρατηρήσουμε.
Ανθρωπική αρχή (ισχυρή): Το Σύμπαν είναι όπως είναι γιατί υπάρχουμε εμείς.
Χαρούμενο κι ευτυχισμένο το νέο… άρθρο 16.
Ιανουαρίου 4, 2007
“Γέρε χρόνε φύγε τώρα… ήρθε ο νέος… με τραγούδια και χαρά. Καλή χρονιά…”.
Οι όποιες αλλαγές στη ζωή μας, προσλαμβάνονται ως τέτοιες στη “συνείδησή” μας, όταν πληρούν το εξής χαρακτηριστικό: κάποιος/κάτι φεύγει, κάποιος/κάτι έρχεται. Με αυτό τον ορισμό, οι όποιες ιδιότητες των δύο πλευρών δεν έχουν (για τη “συνείδησή” μας) ιδιαίτερη αξία, το κρίσιμο στοιχείο είναι το πήγαινε-έλα, το φεύγει-έρχεται. Επίσης, προκειμένου να επαληθεύεται το νόημα που αποδίδουμε αυθαίρετα στην μονόδρομη κατεύθυνση του χρόνου, οι ελπίδες μας για μια καλύτερη ζωή προπορεύονται συνεχώς στο μέλλον, καλλιεργώντας μας την ψευδαίσθηση ότι ίσως αυτή τη φορά, η εκπλήρωσή τους εμπεριέχεται σ’αυτό που έρχεται, αφού ως συνήθως, δεν εκπληρώθηκαν σ’αυτό που φεύγει. Οποία απάτη;
Επιπλέον, την ώρα της αλλαγής της σκυτάλης, οι δύο πλευρές συνήθως δεν βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο, κοιτάζουν και οι δύο στο κενό που απλώνεται μπροστά τους. Αν και η σκυτάλη δεν νιώθει ποτέ βολικά με το άγνωστο μελλούμενο, γι’αυτό και τοποθετεί εκεί τις ελπίδες της, αυτό σε συμβολικό επίπεδο, λειτουργεί θετικά υπέρ της απλά και μόνο επειδή η ίδια είναι επικεντρωμένη μόνο στην κατεύθυνση που θεωρεί δεδομένη. Αν οι δύο πλευρές κοιταχθούν ή (ακόμη χειρότερα) κάτσουν και λίγο να το κουβεντιάσουν δίνοντας και στην ίδια το λόγο, η σκυτάλη σαστίζει υπό το φόβο ότι μπορεί να ανατραπεί η φορά της κίνησής της, εφόσον οι ελπίδες που κυνηγάει δεν μπορεί να βρίσκονται πίσω Βέβαια, μονίμως ξεχνάμε ότι οι ελπίδες είναι μονάχα μιά δική μας εφεύρεση για να νικήσουμε ακριβώς αυτό το φόβο, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από προϊόν της βεβαιότητας ότι χτίζουμε πάνω σε στέρεα δεδομένες βάσεις. Αν μπορούσαμε έστω για μια φορά, να επανεξετάσουμε με θάρρος αυτή μας τη βεβαιότητα, ίσως να βρίσκαμε τις ελπίδες περιττές.
Με αυτά στο μυαλό μας, ακροβατούμε βαδίζοντας πάνω σ’ένα τεντωμένο σκοινί από ευχές, πετώντας (επιδέξια ζογκλερικά) το φόβο και την ελπίδα από το ένα μας χέρι στο άλλο. Αλληθωρίζουμε κοιτώντας μονάχα αυτά τα δύο ταυτόχρονα και δεν μπορούμε να δούμε πως το σκοινί εδράζεται στο πάτωμα που είναι το πτώμα μας. Σε κάθε αλλαγή βήματος, ανάβουμε κεράκια τάχαμου για ατμόσφαιρα, ενώ στην ουσία καλύπτουμε με την άλω του τη βρώμα μας. Ανοίγουμε σαμπάνιες και τζογάρουμε μεθυσμένοι από την υπερπροσπάθεια να φαινόμαστε νηφάλιοι. Εντυπωσιακό, δεν είναι;
Ζούμε για την εντύπωση κι ίσως αυτό να είναι το “κρυφό μας καμάρι” που εγώ επιμένω να βαράω σαν “τούμπανο”. Αλλά για πείτε μου, πόση εντύπωση μπορούμε να κάνουμε στον τσαλαπατημένο (από εμάς τους ίδιους και μόνο) εαυτό μας, όταν προσποιούμαστε ότι σκεπτόμαστε ειλικρινά και δρούμε ρεαλιστικά για το καλό μας (προσωπικό και συλλογικό); Συζητώντας για το περιβόητο άρθρο 16 και το Σύνταγμα, πόσοι υπερασπιζόμαστε με τη ζωή μας την συνταγματικά κατοχυρωμένη ισότητα (όχι τη δική μας, αλλά των άλλων), όταν βάζουμε λυτούς και δεμένους για μια θεσούλα στο δημόσιο, ή για ευνοϊκή μετάθεση του στρατευμένου κανακάρη μας; Πόσοι υπερασπιζόμαστε (ή έστω συνυπογράφουμε) το “όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της”, όταν το εκπαιδευτικό σύστημα (με εμάς -γονείς και μαθητές- ακόμα πιό τυφλούς οπαδούς του) λειτουργεί σαν “κοσκίνισμα” της κοινωνικής και επαγγελματικής κινητικότητας; Πως ερμηνεύουμε και συμβιβάζουμε στη λογική και την πρακτική μας, το “διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες” με την “ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής τους συνείδησης”, που ορίζονται (μαζί με την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή, όλων των Ελλήνων) σαν σκοποί της παιδείας;
“Η τέχνη, και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες, η ανάπτυξη και η προαγωγή τους είναι υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.” Καταλαβαίνουμε τι υπερασπιζόμαστε; Το Κράτος (ποιό είναι το παλικάρι;) υποχρεούται να αναπτύσσει και να προάγει την έρευνα. Πόσο αναπτύσσει και προάγει το Κράτος την έρευνα για ήπιες μορφές ενέργειας, ή ελεύθερο δωρεάν λογισμικό, όταν όλες του οι υπηρεσίες πληρώνουν αδρά τη microsoft και στα πανεπιστήμια και τα σχολεία του διδάσκονται κυρίως τα λογισμικά της; Όταν για την πρόσληψη στο δημόσιο απαιτείται (με το αζημίωτο φυσικά) πιστοποιητικό γνώσης των προγραμμάτων της εν λόγω εταιρίας, ενώ κάποιος μπορεί να γνωρίζει άψογα το linux ή το open office, έχοντας για δασκάλους του εκατοντάδες εθελοντές στο internet; (και μη μου πείτε ότι αυτός δεν μπορεί να χειρισθεί τα windows). Πόσο ελεύθερη και αυθύπαρκτη είναι από μόνη της η έρευνα, η τέχνη, η επιστήμη, και η διδασκαλία, όταν δεν αναγνωρίζεται, δεν αναπτύσσεται και δεν προάγεται από το Κράτος (για να μην πω ότι υποσκάπτεται), το έργο των ερευνητών, των καλλιτεχνών, των επιστημόνων και των δασκάλων; Και αν δεν παράγεται έργο, γιατί είναι αυτοί υπεύθυνοι και όχι το Κράτος που έχει “συνταγματικά” την υποχρέωση; Η παράγραφος, εάν το Σύνταγμα ήταν υπηρέτης των πολιτών και όχι του Κράτους, θα έπρεπε να λέει: “Οι καλλιτέχνες, οι επιστήμονες, οι ερευνητές και οι δάσκαλοι είναι ελεύθεροι (σαν ιδιότητες, γιατί σαν οντότητες προβλέπεται αλλού) και αποκλειστικοί υπεύθυνοι για την εκπόνηση του έργου τους. Οι εκάστοτε κρατικοί λειτουργοί και διαχειριστές, με ονοματεπώνυμο, υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ελευθερία της εργασίας των προαναφερομένων, να προβάλλουν και να προάγουν τα οφέλη (αλλά και τις αποτυχίες) του έργου τους (όχι του δικού τους, αλλά των καλλιτεχνών, επιστημόνων κλπ) σε όλη την κοινωνία, η οποία μοιράζεται ούτως ή άλλως το κόστος των προσπαθειών τους. Τα τυχόν ιδιαίτερα δικαιώματα των κρατικών λειτουργών και διαχειριστών (που ενδεχομένως προκύπτουν από άλλες διατάξεις) δεν τους απαλλάσσουν, σε καμία περίπτωση, από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.”
Πόσοι από μας, πιστεύουμε στην αναγκαιότητα, τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα του Συντάγματος, σε ποιά λογική του και σε ποιό ακριβώς περιεχόμενό του; Πόσοι (ασφαλισμένοι και ασφαλιστές) ευχόμαστε στους άλλους, στ’αλήθεια “χρόνια πολλά”; Πόσοι ευχόμαστε στ’αλήθεια στους συνανθρώπους -επαγγελματικούς ανταγωνιστές- μας “καλή επιτυχία σε ό,τι κάνεις”; Πόσοι “δημοσιογράφοι” εύχονται στ’αλήθεια “καλές ειδήσεις”; Πόσοι “γιατροί” πίνουν στ’αλήθεια “στην υγειά μας”; Πόσοι…; Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι χρόνια πολλά τώρα, οι ευχές μας δεν πιάνουν, γιατί μας συμβαίνει μονάχα ό,τι ευχόμαστε ενδόμυχα με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, δηλαδή τίποτα το ιδιαίτερο, ως συνήθως.
Δεν είναι η εντύπωσή σας. Εγώ δεν εύχομαι τίποτα και για κανένα, που να μην το έχει πραγματικά ανάγκη. Το τι θέλει και τι δεν θέλει ο καθένας, είναι απλώς θέμα προσωπικής πολυτέλειας. Για μένα, οι βασικές μας ανάγκες είναι εξ αρχής καλυμμένες και ως εκ τούτου δεν χρειάζονται καμία “συνταγματική κατοχύρωση”, αποκάλυψη χρειάζονται. Ούτε βεβαίως χρειάζεται να ορίζονται σαν “συνταγματικά” αναθεωρήσιμες. Το ζήτημα για μένα είναι να μπορούμε να αναθεωρούμε τη “λογική” μας, επαναστατικά (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης), θαρραλέα και οικειοθελώς.
Ειλικρινά, “καλή χρονιά” σε όσους νομίζουν ότι άλλαξε, αλλάζει ή θα αλλάξει πραγματικά κάτι.
Υ.Γ. Στο Σύνταγμα οι λέξεις “ελευθερία” και “ελεύθερος/η/ο” αναγράφονται πάνω από εκατό φορές. Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι αν είμαι ελεύθερος δεν χρειάζεται να γνωρίζω καν τη λέξη. Η ελευθερία είναι σαν την υγεία, και οι δύο ορίζονται με την απώλειά τους.
Η πραγματικότητα ορίζεται από το πλήθος των θαυμαστικών – όσο πιο πολλά, τόσο πιο ψεύτικη.
Ιανουαρίου 2, 2007
Παρακολουθώ τις διάφορες λίστες κατάταξης των blogs με βάση το πλήθος των επισκεπτών τους και παράλληλα τις συγκρίνω με τις δικές μου προτιμήσεις. Είναι πράγματι ενδιαφέρον ότι, οι δύο αυτές λίστες (βεβαίως παρουσιάζουν αποκλίσεις, αλλά) σε γενικές γραμμές ταιριάζουν. Τι είναι όμως αυτό που κάνει ένα blog να δέχεται ένα ν πλήθος επισκεπτών και ποιά posts συγκεντρώνουν τα περισσότερα σχόλια;
Όλοι δεχόμαστε ότι το βασικό είναι το περιεχόμενο, αλλά ποιά είναι τα χαρακτηριστικά ενός ενδιαφέροντος περιεχομένου; Το οτιδήποτε έχει το ενδιαφέρον του, το δικό του κοινό, αλλά εδώ μιλάμε για πρόκληση ενδιαφέροντος σε “μαζική” κλίμακα. Επίσης σημαντικό είναι το ύφος της γραφής, αλλά ποιό ύφος συγκεντρώνει τις περισσότερες προτιμήσεις; Επιπλέον, πόσο διαφέρει η νοοτροπία των παρουσιαστών, των θεατών και των σχολιαστών των παραδοσιακών μέσων, από εκείνων των new media; Πρόκειται αλήθεια για διαφορετικούς ανθρώπους, ή η μόνη διαφορά βρίσκεται στα χαρακτηριστικά που προκύπτουν από τη φύση των μέσων που οι ίδιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν;
Νομίζω ότι για να απαντήσουμε τα παραπάνω ερωτήματα, θα πρέπει να δούμε για ποιό σκοπό χρησιμοποιούμε τα μέσα, ποιά είναι η φύση τους και τέλος ποιοί είναι οι καθοριστικοί παράμετροι για την “ελκυστικότητα” ενός blog.
Τα μέσα επικοινωνίας, προφανώς στοχεύουν στην επικοινωνία των ανθρώπων. (Μπορεί να χρησιμοποιούνται για τη χειραγώγηση των μαζών, αλλά αυτή είναι απλώς μια παρενέργεια που πηγάζει από τη φύση της σχέσης των υποκειμένων που επικοινωνούν και όχι του εκάστοτε μέσου. Ένας γονιός χειραγωγεί το παιδί του, άσχετα με το μέσο που χρησιμοποιεί – σύμφωνα με το Φουκώ, “σε κάθε σχέση υπάρχει εξουσία και από τη στιγμή που υπάρχει, θα ασκείται με οποιονδήποτε τρόπο”). Αλλά μιλώντας για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τι και γιατί επικοινωνούμε; Ουσιαστικά όλες οι πληροφορίες που επικοινωνούμε, έχουν να κάνουν με απειλές. Μιά “κακή” είδηση αναφέρεται στην περιπτωσιακή εκδήλωση μιας απειλής και μια “καλή” στην περιπτωσιακή αναστολή μιας άλλης απειλής που υπονοείται. Θεωρητικά (αλλά και πρακτικά) επικοινωνούμε για να οργανώνουμε τις στρατηγικές της άμυνάς μας, απέναντι στις υπαρκτές ή ενδεχόμενες απειλές. Επομένως, η επικοινωνία (τι κάνεις;) αφορά οπωσδήποτε απειλές και κινητοποιεί τους αμυντικούς μας μηχανισμούς. Στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες όμως, οι ενεργητικοί αμυντικοί μηχανισμοί των υπηκόων ενός κράτους έχουν μετατεθεί στο ίδιο το κράτος, εφόσον η δημοκρατία ορίζεται σαν το σύστημα διακυβέρνησης που επιλύει δίκαια τις (συμβιωτικές) αντιδικίες μεταξύ των πολιτών. Εξ’ ορισμού, στη “συνείδηση” των πολιτών το ίδιο το κράτος δεν δημιουργεί προβλήματα, μόνο λύνει – οι όποιες ανισότητες (στην επίλυση των προβλημάτων) αιτιολογούνται σαν “μερικές” υποκειμενικές παρερμηνείες της δικαιοσύνης, που επίσης εξ’ ορισμού αποδίδεται στο όνομα του “συνολικού” συμφέροντος της κοινωνίας (και αυτό δίνει το δικαίωμα στο κράτος να παραβιάζει μερικά δικαιώματα “μερικών”). Σταδιακά, στον πολίτη έχει απομείνει μόνο η παθητική άμυνα, που εκφράζεται με την περισυλλογή γύρω από την οντότητα της κάθε απειλής (είναι δεν είναι, περισσότερο ή λιγότερο σημαντική, αφορά εμένα ή τους άλλους). Στην ουσία η πλειοψηφία των πολιτών συζητάει τα γεγονότα όχι στη βάση του άξονα αίτιου-αιτιατού, αλλά πραγματικού-φαντασιακού (δεν είναι δυνατόν, υπερβολές, καλά τώρα, μα που ζούμε, είδες τι έγινε), αναγκάζοντας διαρκώς τους εμπλεκόμενους με τα μέσα (από το πρώτο Μ των ΜΜΕ) να αναζητούν και να προβάλουν όλο και περισσότερο “ακραία” θέματα. Η στάση της μάζας (από το δεύτερο Μ) απέναντι στα γεγονότα, είναι κυρίως μεταφυσική. Εφόσον εγώ δεν λύνω κανένα πρόβλημα, λογικά ούτε δημιουργώ. Είμαι εγκλωβισμένος σε ένα αυτοδύναμο, αυτο-συντηρούμενο και αυτο-ελεγχόμενο σύστημα που λειτουργεί ερήμην μου, με εμένα απλό θεατή – ηδονοβλεψία της συμπεριφοράς του. Δεν μπορώ καν να υποψιαστώ ότι ενδέχεται να παρακολουθώ τον εαυτό μου, απλά γιατί στα ΜΜΕ δεν υπάρχω πουθενά. Υπάρχουν πολλοί που μου μοιάζουν, κάποιοι που μου θυμίζουν κάποιους που ίσως έχω συναντήσει, μερικοί – πολύ λίγοι που ξέρω, ελάχιστοι που μπορώ να ταυτιστώ (πάντα σε απόλυτη αντιστοιχία με τους συσχετισμούς που μπορώ να επιβεβαιώσω και στην καθημερινότητά μου), αλλά ποτέ εγώ ο ίδιος. Συχνά, πολλοί από αυτούς που συμμετέχουν στο θέαμα (ακόμα και σαν θεατές), το κάνουν για να διαπιστώσουν αν όντως είναι πραγματικό.
Το περιεχόμενο λοιπόν των μέσων που προκαλούν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του κοινού, είναι εκείνο που ο δημιουργός του έχει μελετήσει καλύτερα από υπαρξιακής άποψης, τόσο το θέμα του όσο και το μέσο που το επικοινωνεί (αυτό δεν γίνεται απαραίτητα συνειδητά, μπορεί να γίνεται και υποσυνείδητα – εξαρτάται από την προσωπικότητα και την εξοικείωση του καλλιτέχνη με τη μανιέρα των δημιουργημάτων του). Με δυό λόγια, και βέβαια αυτό αφορά όλες τις μορφές επικοινωνίας (μόνο ο τρόπος διαφέρει), το θέμα πρέπει να (είναι, να φαίνεται και να παρουσιάζεται σαν να) ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλισμό και την υπερβολή, γιατί έτσι μόνο καλύπτει την “υπαρξιακή” πείνα των θεατών. Ο θεατής, ακροατής, αναγνώστης, ερευνητής, γυρολόγος, αλλά και δημιουργός, το πρώτο που ψάχνει σε κάθε του “εύρημα” είναι το αδιαμφισβήτητο αμφισβητούμενο, το είναι-δεν είναι. Εάν το ένα από τα δύο είναι προφανές (δηλαδή εάν είναι έτσι, ή εάν δεν είναι), αυτόματα το θέμα καθίσταται αδιάφορο, απλούστατα γιατί το “δεδομένο” δεν συνιστά απειλή.
Συμπερασματικά, το περιεχόμενο ενός “δημοφιλούς” blog, αναφέρεται στην επικαιρότητα και την καθημερινότητα, συνδέεται δηλαδή με θέματα που είτε συζητούνται ευρέως και σε άλλα μέσα, είτε παρουσιάζει θέματα που αποσιωπούνται από τα υπόλοιπα μέσα. Τα ήδη γνωστά, ιντριγκάρουν τον αναγνώστη γιατί (από τη φύση του μέσου) του δίνεται η ευκαιρία να γνωστοποιήσει τις προσωπικές του απόψεις για θέματα γενικού ενδιαφέροντος. Να ακουστεί η δική του φωνή που (κατά την κρίση του αναγνώστη πάντα), αφ’ενός έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα και αφ’ετέρου “σκοτεινά” συμφέροντα θέλουν να την φιμώσουν. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δωθεί στο ότι ο καθένας έχει μία άποψη για τα συμβαίνοντα, και συνήθως από πριν (αυτά συμβούν). Τα δε άγνωστα που αποκαλύπτονται, ενισχύουν τα προηγούμενα “πιστεύω” του αναγνώστη, περί “σκοτεινών” κέντρων και φίμωσης.
Το ύφος της γραφής περιστρέφεται γύρω από αυτό που εγώ θα έλεγα “ευφάνταστη γκρίνια”, προσομοιάζει δηλαδή τα βασικά χαρακτηριστικά της σάτιρας. Καυστική κριτική στην καθημερινότητα και τις πρακτικές της, με σαφή κατάδειξη γνωστών – αγνώστων, υπευθυνο-ανεύθυνων ηθικών αυτουργών της μιζέριας μας, συνήθως “στολισμένων” με επίθετα τυφλών καθαρτήριων επιθέσεων. Το ζητούμενο εδώ είναι το οργισμένο χαμόγελο, που υποβόσκει σχεδόν πίσω από κάθε απαστράπτουσα οδοντοστοιχία. Η ειρωνεία είναι ότι, ακριβώς αυτό είναι και το στυλάκι του Χατζηνικολάου. Κατά τη γνώμη μου το δελτίο του Alpha, είναι ένα τηλεοπτικό blog (ένα μικρό post-είδηση, ακολουθείται από ένα πλήθος αντιμαχόμενων comments, από προσεκτικά επιλεγμένους αντιπροσωπευτικούς σχολιαστές, ώστε όλοι να βρίσκουν κάποιον να ταυτιστούν – και ο Χατζηνικολάου εκπληρώνει την υποχρέωσή του να απαντάει σε όλους “ισότιμα” και με την απαιτούμενη ευγένεια – αγένεια στα όρια της (δήθεν, στην περίπτωσή του) εύλογης απώλειας της ψυχραιμίας (ενσαρκώνοντας ο ίδιος τον χαρακτήρα με τον οποίο καλείται να ταυτιστεί και ο τελευταίος τυχόν “αντικειμενικός” θεατής).
Άφησα για το τέλος τη φύση των μέσων, τα δυνατά και αδύνατα στοιχεία τους, για να ικανοποιήσω αποκλειστικά και μόνο, τον εγωισμό και την έμφυτη αισιοδοξία μου. Τα new media, θέλω να πιστεύω ότι εκτός από μέσα επικοινωνίας (για τις απειλές) των ανθρώπων, μπορούν να είναι και μέσα για τον επανακαθορισμό των ίδιων των απειλών των κοινωνιών μας. Ότι εξαιτίας του πλουραλισμού σε ποσότητα και ποιότητα του περιεχομένου τους, θα μπορέσουν κάποτε να μας δώσουν την ευκαιρία να απομυθοποιήσουμε τη ρήση “ισχύς εν τη ενώσει” και να δώσουμε έμφαση στο “γιατί τόση φασαρία;” Ότι η δυνατότητα όλων να αντιδράμε ενεργητικά και συνειδητά υποκειμενικά, θα μας βοηθήσει να απογαλακτιστούμε από την άμορφη μάζα που ισχυρίζεται πως μας προστατεύει από τον κακό μας εαυτό. Ότι ακριβώς λόγω της δυνατότητας “μαγειρέματος” των charts, θα μάθουμε να μεταφράζουμε τον default υπότιτλο “just another weblog”, ως “να μια άλλη λογική στον ιστό (της κοινωνίας μας)” που δεν έχει ανάγκη από καμία (αμυντική) “πρωτιά”, γιατί δεν νιώθει πως απειλείται από καμία “mavri hira”*. Πρόκειται απλά για ένα nickname, που θα μπορούσε να έχει ο καθένας από μας, για να ξορκίζει τους πραγματικούς του φόβους. Αν δεν μπορούμε να απελευθερωθούμε με τα κανονικά μας ονόματα και μπορούμε με παρατσούκλια, τόσο το χειρότερο για τους παπάδες που μας βάφτισαν. Μακάρι να καταλάβουμε πως όλες οι απειλές που νιώθουμε, είναι έτσι κι αλλιώς “εικονικές”. Οι πραγματικές ανατροπές έρχονται απροειδοποίητα και έχουν όλες το ίδιο αόριστο όνομα “oxi re pousti mou!” (η πραγματικότητα ορίζεται από το πλήθος των θαυμαστικών – όσο πιό πολλά, τόσο πιό ψεύτικη).
*Επειδή είναι πολύ πιθανόν αυτό το nickname να είναι υπαρκτό, τα εισαγωγικά σημαίνουν πως δεν αναφέρομαι σε κάποιο συγκεκριμένο. Το mavri hira, συνδέεται νοηματικά με τον ιστό.