…με αφορμή τη συζήτηση στα “κανάλια”, για τον ξυλοδαρμό του φοιτητή στη Θεσαλονίκη (17/11/06).

Είναι σχεδόν κατεστημένη η άποψη στις σύγχρονες “μεταμοντέρνες” κοινωνίες μας, ότι η ορθή κρίση είναι εκείνη που μετράει τα πράγματα με μέτρο, που δεν παίρνει το μέρος καμιάς αντιμαχόμενης πλευράς, κρατώντας από όλες ίσες αποστάσεις. Όσοι επιθυμούν να χαρακτηρίζονται ως “αντικειμενικοί”, γιατί έτσι επαληθεύουν το “κύρος” τους, διατυμπανίζουν με στόμφο την παραπάνω άποψη. Είναι όμως αυτός ο ορισμός της αντικειμενικότητας, αντικειμενικός;

Το θεώρημα της Μη πληρότητας προβλέπει ότι σε κάθε λογικό σύστημα θα υπάρχουν αληθείς προτάσεις των οποίων η ορθότητα δεν μπορεί να αποδειχθεί εντός αυτού του συστήματος. Στην περίπτωσή μας, ποιό είναι το μέτρο με το οποίο μετράμε την αντικειμενικότητα της κρίσης μας για τα πράγματα; Προφανώς αυτό το μέτρο, βάση της θεωρίας, θα πρέπει να αναζητηθεί εκτός της συζήτησης, δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει ένα “απόλυτο” μέτρο με το οποίο θα συγκρίνουμε τις αντικρουόμενες πλευρές. Για να υπάρχει όμως ένα “απόλυτο” μέτρο θα πρέπει να το δεχόμαστε όλοι ως τέτοιο (πχ το μέτρο σαν μονάδα μέτρησης της απόστασης, ή το κιλό βάρους σαν μονάδα μέτρησης του βάρους, μας δίνουν τη δυνατότητα να συγκρίνουμε δύο αντικείμενα χωρίς να τα φέρουμε σε ευθεία αντιπαράσταση μεταξύ τους) και απ’ό,τι γνωρίζω δεν υπάρχει καμία κοινή συμφωνία για ένα “αντικειμενικόμετρο”. Ένας δεύτερος τρόπος σύγκρισης (αλλά απο τη φύση του σχετικιστικός) είναι να συγκρίνουμε απ’ευθείας τις αντικρουόμενες θέσεις μεταξύ τους. Αλλά και πάλι θα πρέπει να συμφωνήσουμε στο ποιά διάσταση ή ποιό χαρακτηριστικό τους θα συγκρίνουμε, δηλαδή και πάλι θα πρέπει να βγούμε εκτός της συζήτησης, για να να συμφωνήσουμε πρώτα στο “σχετικό” αυτή τη φορά μέτρο που θα χρησιμοποιήσουμε για τη σύγκριση. Σε κάθε συζήτηση λοιπόν, είναι εντελώς “λογικό” να βγαίνουμε εκτός του κύριου θέματος της συζήτησης (αν και συχνά εξαντλητικό), πολύ απλά γιατί το θεώρημα της Μη πληρότητας ισχύει. Υπάρχουν πάντα προτάσεις στη συζήτηση που δεν μπορούν να αποδειχθούν εντός της.

Το να κρατάμε ίσες αποστάσεις από τα πράγματα, διασφαλίζει την προσδοκούμενη ουδετερότητά μας; Η πρόταση αυτή είναι αληθής, υπό την προϋπόθεση ότι ορίζουμε σαν ουδετερότητα την ίση χωρική απόστασή μας από τα “αντικρουόμενα” πράγματα του συστήματος που εξετάζουμε. Στην περίπτωση όμως των αντικρουόμενων ιδεών, που είναι σχεδόν πάντα κβαντισμένες (εφόσον συνήθως μπορούν να πάρουν συγκεκριμένες ερμηνείες και όχι οποιαδήποτε μία και μόνη), αφ’ενός είμαστε και οι ίδιοι μέρος του συστήματος που εξετάζουμε (αφού δίνουμε οπωσδήποτε και εμείς μια ερμηνεία σε κάθε άποψη) και αφ’ετέρου το πρόβλημα δεν είναι καν χωρικό αλλά δυναμικό. Η απόσταση δηλαδή που πρέπει να κρατήσει κάποιος με μάζα m1, για να “αποφύγει” την βαρυτική έλξη από ένα σωματίδιο μάζας m2, δεν ισούται με την απόσταση που πρέπει να κρατήσει για να αποφύγει την βαρυτική έλξη από ένα σωματίδιο μάζας m3 (εφόσον βέβαια τα m2 και m3 διαφέρουν). Με λίγα λόγια δεν μπορούμε εκ των πραγμάτων να κρατήσουμε ίσες αποστάσεις από έναν επιτιθέμενο και έναν αμυνόμενο, απλούστατα γιατί η δράση τους έχει διαφορετική βαρύτητα, ακόμα κι αν έχουν την ίδια μορφή ή την ίδια αισθητική. Έτσι λοιπόν, δεν μπορούμε να είμαστε ουδέτεροι κρατόντας απλά ίσες αποστάσεις, γιατί αν μπορούσαμε αυτό θα σήμαινε αυτομάτως ότι οι μάζες όλων των σωμάτων θα ήταν ίδιες και επομένως και η δική μας, άρα και οι αλληλεπιδράσεις μας θα αλληλο-εξουδετερώνονταν αφού δεν θα υπήρχε καν θέμα συζήτησης για το οποίο καλούμαστε να αναπτύξουμε τις ιδέες μας. Και δεν μπορεί να αξιολογείται η βία που ασκείται από κάποιον που είναι κατά της βίας, με τον ίδιο τρόπο που αξιολογείται για κάποιον που είναι υπέρ, γιατί θα ήταν σαν να δεχόμαστε τη δυνατότητα των δικαστηρίων να αδικούν εφόσον έχουν να κάνουν με αδικούντες ή τη δυνατότητα των δημοκρατών να φιμώνουν όταν αντιμετωπίζουν διαφωνούντες. Και αυτό θα αποτελούσε το μέτρο μας για την ουδετερότητα, προκειμένου να μετριέται το κύρος της αντικειμενικότητάς μας.

Συμπερασματικά, η ορθή – αντικειμενική κρίση δεν μπορεί να είναι εκείνη που τείνει στην ουδετερότητα, γιατί και η ουδετερότητα από τη φύση της είναι μιά σχετική – υποκειμενική άποψη. Αντικειμενική κρίση είναι εκείνη που επιβιώνει σε όλες τις υποκειμενικές δοκιμασίες που υποβάλλεται και ως εκ τούτου δεν είναι κτήμα κανενός, είναι περιουσία όλων μας. Είμαι “αντικειμενικός” σημαίνει να υπερασπίζομαι την υποκειμενικότητά σου, και πάλι κι αυτό υποκειμενική εικασία είναι…

… με αφορμή τη συζήτηση για τη γνησιότητα της επιστολής του 13χρονου στην “Ε”

Ο ακρογωνιαίος λίθος της λογικής είναι η αιτιοκρατία. Είτε χρησιμοποιούμε τον παραγωγικό (από το όλο στο μέρος) είτε τον επαγωγικό συλλογισμό (από το μέρος στο όλο) και ανεξάρτητα από τις διάφορες μη συμβατές απόψεις για τη φύση της, νομίζω ότι όλοι θα συμφωνούσαμε πως η λογική είναι αυτή που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε και αλληλεπιδρούμε με το περιβάλον μας. Ακόμα κι αν υποστηρίζουμε τις μη αιτιολογικές θεωρίες (στατιστική πιθανότητα ή θεότητα), είναι πολύ “λογικό” να αναπτύσσουμε την επιχειρηματολογία μας εντός των αιτιοκρατικών μεθόδων, αφού και η σύλληψη αυτών των θεωριών γίνεται για αιτιολογικούς λόγους. Εδώ ακριβώς είναι που μπαίνει το ζήτημα της σύγχισης της λογικής (σαν τρόπος ερμηνείας και αλληλεπίδρασης) με το τι είναι “λογικό”. Σαν “λογικό” θεωρούμε συνήθως το αυταπόδεικτο, (ή στην καλύτερη περίπτωση) το επιβεβαιώσιμο μέσω της σύγκρισής του με “σταθερές” που κατευθύνουν τη λογική μας. Η λογική όμως, είναι η “τέχνη” που ισορροπούμε το “λογικό” με το “παράλογο”, όπως η γλυπτική παντρεύει τη φόρμα με την αντιφόρμα. Με λίγα λόγια ταυτίζοντας τη λογική με το “λογικό”, πετάμε έξω το “παράλογο”, χωρίς το οποίο όμως δεν υπάρχει λογική, όπως δεν θα υπήρχαν λέξεις σ’ευτό το post ανδενυπήρχαντακενάτους. Επιπλέον, ταυτίζοντας τη φόρμα με το αντικείμενο, αναγκαζόμαστε (υπό την πίεση της “λογικής”), να ταυτίσουμε την αντιφόρμα με το μη-αντικείμενο, δηλαδή αναβαθμίζουμε το “παράλογο” από μέρος της λογικής στο αντίθετό της. Έτσι όμως καταλήγουμε στο ατόπημα ότι υπάρχει τρόπος να μην ερμηνεύουμε και να μην αλληλεπιδρούμε με το περιβάλλον και αυτός επιτυγχάνεται μέσω του παραλογισμού. Και είναι ατόπημα γιατί αν ισχύει κάτι τέτοιο, αφού το “παράλογο” δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον, πως εμείς (το λογικό περιβάλλον) το αντιλαμβανόμαστε;

Υπό την πίεση λοιπόν αυτού του ατοπήματος και της ανάγκης για λογική (σαν τρόπου ερμηνείας και επικοινωνίας με το περιβάλλον), αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε στις σταθερές “αληθινό” και “σωστό” και βέβαια αναγκαστικά και στα αντίθετά τους για να τις προσδιορίζουν. Oι “σταθερές” είναι το αποτέλεσμα εμπειρικής, επιστημονικής και φιλοσοφικής γνώσης, αν και στην πλειονότητά μας στηριζόμαστε δυστυχώς, σχεδόν αποκλειστικά στην πρώτη, υποβαθμίζοντας έτσι την εγκυρότητα και αποτελεσματικότητα της λογικής μας (θυμίζω-σαν τρόπο ερμηνείας και επικοινωνίας με το περιβάλον), αφού η γνώση (και με τις τρείς υποστάσεις της) αποτελεί ταυτόχρονα το προϊόν και τον τροφοδότη της λογικής. Το οντολογικό ερώτημα “υπάρχει ή δεν υπάρχει ο Αλέξανδρος;” (όπως και όλα τα ερωτήματα αυτού του είδους) πηγάζει από, αλλά και αναπαράγει το μορφολογικό ερώτημα “τα λέει καλά ή δεν τα λέει ο (όποιος) Αλέξανδρος;”. Για να προσεγγίσουμε το όποιο θέμα επικαλούμαστε τις “σταθερές” μας. Κι αυτό το post δεν εξαιρείται του κανόνα. Η πρώτη σύγκριση του ερεθίσματος με αυτές τις “σταθερές” μας λέει “σωστό” ή “λάθος” και αυτό που ακολουθεί αυτόματα είναι η κατασκευή των “λογικών” επιχειρημάτων από αυτές τις ίδιες σταθερές, που υποχρεούνται από τη φύση τους να τις επαληθεύουν. Επιχείρημα 1ο: “δεν μπορεί ένας δεκατριάχρονος να γράφει και (πολύ περισσότερο) να σκέφτεται έτσι” – πηγή: εμπειρική γνώση. Επιχείρημα 2ο: “η εξαπάτηση του κοινού για ίδιον όφελος είναι σύνεθες φαινόμενο” – πηγή: εμπειρική γνώση (αφου πολλές φορές έχουμε συλλάβει και τον εαυτό μας να εξαπατά ακόμα κι εμάς τους ίδιους για το προσωπικό μας συμφέρον). Επιχείρημα 3ον: “ακόμα κι αν τα προηγούμενα δύο μπορούν να διαψευστούν, το περιεχόμενο είναι “@*&#^%@”, αφού είναι “λάθος” και μπορώ να επικαλεστώ την εμπειρική γνώση και άλλων ανθρώπων για να το αποδείξω”. Και καταλήγουμε στο συμπέρασμα: “πότε επιτέλους θα τελειώνουμε με αυτά τα ψοφίμια; Βρομίσαμε…”. Μα αυτό ήταν και το περιεχόμενο της επιστολής του (όποιου) Αλέξανδρου – η αρχική μας διαφωνία.

Άρα μάλλον κάτι δεν παέι καλά εδώ. Δεν μπορεί να μας ενόχλησε κάτι με το οποίο συμφωνούμε. Κάτι άλλο μας “τσιγκλάει” και αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το ποιός κατηγορείται ότι βρωμάει τελικά. Και συνήθως μυγιάζεται όποιος έχει τη μύγα. Εντελώς αιτιοκρατική εικασία ομολογώ…

είδα και διάβασα

Κοίτα να δεις που η θεωρία* το προβλέπει κι αυτό… Αυτή η δημιουργία κι αν έχει ενδιαφέρον…

*βλέπε προηγούμενο post

Βρε καλώς τους!!!

Νοεμβρίου 18, 2006

“Το σύμπαν είναι ένας περίεργος τόπος. Ακόμα και το κενό δεν είναι απόλυτα άδειο. Στην πραγματικότητα είναι μια αυλή στην οποία γίνετε ένας ενεργειακός χαμός. Είναι σύνηθες φαινόμενο να δημιουργούνται από το τίποτε δυο εν δυνάμει σωματίδια, τα οποία δανείζονται ενέργεια από το πουθενά, και είναι αντίθετα μεταξύ τους. Π.χ. ένα ηλεκτρόνιο και ένα ποζιτρόνιο που θα αλληλεπιδράσουν άμεσα και θα εξαφανιστούν, αποδίδοντας την ενέργεια που δανείσθηκαν πίσω στο τίποτα. Φυσικά κάτι τέτοιο συμβαίνει κοντά στον ορίζοντα των γεγονότων μιας μαύρης τρυπάς. Δυο αμέριμνα σωματίδια εμφανίζονται και αλληλεπιδρούν, όμως ο τόπος τον οποίο διάλεξαν για να το κάνουν έχει περίεργες ιδιότητες. Τρεις περιπτώσεις υπάρχουν για τα άμοιρα σωματίδια. Πρώτον, θα αλληλεπιδράσουν και θα εξαϋλωθούν, δίνοντας την ενέργεια πίσω. Δεύτερον, θα πέσουν και τα δυο μέσα στη μαύρη τρύπα, κάνοντάς την λίγο πιο μεγάλη και τρίτον, το ένα σωματίδιο μόνο θα πέσει μέσα της και το άλλο θα ξεφύγει. Εδώ τα πράγματα μπλέκονται! Το ένα σωματίδιο ξέφυγε και η μαύρη τρυπά έχασε λίγη από την εν δυνάμει μάζα της! Η μαύρη τρυπά έπαψε να είναι μαύρη! Ακτινοβόλησε ένα σωματίδιο!” - Το καζίνο στο κέντρο του Γαλαξία

Λογικά λοιπόν, ταυτόχρονα με την δημιουργία αυτού του blog (για να μην πω και αυτού του post, αλλά και κάθε άλλου) θα πρέπει να δημιουργήθηκε και ένα ακόμα αντίθετό του. Έτσι από το πουθενά. Και ο τόπος που διάλεξαν να το κάνουν δεν έχει και τόσο περίεργες ιδιότητες. Τρεις περιπτώσεις υπάρχουν για τα άμοιρα blogs. Πρώτον, θα αλληλεπιδράσουν και θα εξαϋλωθούν, δίνοντας τα Mbs τους πίσω, δεύτερον θα πέσουν και τα δύο μέσα στην blogόσφαιρα, κάνοντάς την λίγο πιό μεγάλη και τρίτον, το ένα μόνο θα πέσει μέσα της και το άλλο θα ξεφύγει.

Και οι τρεις περιπτώσεις έχουν το ενδιαφέρον τους, αλλά εμένα με γοητεύει η τρίτη. Όχι γιατί με ιντριγκάρει το μέσα ή το έξω (άλλωστε που είναι καλύτερα;), αλλά γιατί έτσι θα ακτινοβολήσει η μαύρη τρύπα και ίσως μάθουμε κάτι γι’αυτήν.

Αυτό που με γοητεύει σ’αυτή την ιστορία είναι ότι αφ’ενός αυτό το φαινόμενο το συναντώ διαρκώς στη ζωή μου, τόσο σε ιδέες όσο και σε δράσεις και αφ’ετέρου γιατί είναι παράδοξο. Δηλαδή ναι μεν μπορούμε να βγάζουμε ασφαλή συμπεράσματα μόνο γιά δυάδες (βάση της αρχής της απροσδιοριστίας), αλλά από την άλλη μόνο αν σπάσει η δυάδα μπορούμε να συλλέξουμε μία (έστω μισή) πληροφορία για τη φύση της μαύρης τρύπας, η οποία όμως μας είναι άχρηστη αφού η άλλη μισή με την οποία εξαρτάται απόλυτα, είναι στο σκοτάδι.

Όπως και να’χει σε καλωσορίζω αντίθετο μισό μου, αν κι εσύ τώρα κανονικά θα πρέπει να με διαολοστέλνεις…